Μετάφραση του "ikasketa" σε Ελληνικά
Οι διάβασμα, σπουδή, εκμάθηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ikasketa" σε Ελληνικά.
ikasketa
Noun
γραμματική
-
διάβασμα
noun neuterEtxean oso ondo portatzen da. Ikasketetan urrun iristea nahi nuke.
Στο σπίτι είναι καλός αλλά θέλω να προσπαθεί με το διάβασμα.
-
σπουδή
noun feminine -
εκμάθηση
noun feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μελέτη
- σχολείο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ikasketa " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "ikasketa"
Φράσεις παρόμοιες με "ikasketa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τάξη
-
μάθημα
-
μάθημα
-
ακαδημία
-
φοιτητική εστία
-
Μηχανική μάθηση
-
διάβασμα · εκμάθηση · σπουδή · σχολείο
-
μαθητής · οπαδός · σπουδάστρια · σπουδαστής · φοιτήτρια · φοιτητής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη