Μετάφραση του "indusketa" σε Ελληνικά
Οι εκσκαφή, ανασκαφή, όρυξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "indusketa" σε Ελληνικά.
indusketa
-
εκσκαφή
noun feminine -
ανασκαφή
noun feminine -
όρυξη
-
εξόρυξη
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " indusketa " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "indusketa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πλευρά εκσκαφής (ανασκαφής)
-
αρχαιολογική έρευνα πεδίου
-
σωρός εκσκαφής (ανασκαφής)
-
χώρος εκσκαφής (ανασκαφής)
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη