Μετάφραση του "jainkotiar" σε Ελληνικά

Οι θεοσεβής άνθρωπος, θεοσεβούμενος, θεοφοβούμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "jainkotiar" σε Ελληνικά.

jainkotiar
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • θεοσεβής άνθρωπος

    noun
  • θεοσεβούμενος

    noun
  • θεοφοβούμενος

    noun
  • θρήσκος άνθρωπος

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " jainkotiar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "jainkotiar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Θεέ μου
  • Θεός
  • άθεος · αθεϊστής
  • θεοσεβής άνθρωπος · θεοσεβούμενος · θεοφοβούμενος · θρήσκος άνθρωπος
  • Θεός
  • αφοσίωση · λατρεία
  • θεά · θείο · θεός · θεότητα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "jainkotiar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη