Μετάφραση του "jan" σε Ελληνικά

Οι τρώω, τρώγω, γευματίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "jan" σε Ελληνικά.

jan verb noun γραμματική
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρώω

    verb

    Καταναλώνω κάτι στερεό ή ημι-στερεό (συνήθως τροφή) βάζοντάς το στο στόμα και καταπίνοντάς το.

    Normalean ez zait kanpotarren janaria gustatzen baina elfoen ogi hau ez dago gaizki.

    Δε συvηθίζω να τρώω ξένo φαγητό αλλά αυτό το πράγμα τωv Ξωτικώv δεν είvαι κακό.

  • τρώγω

    verb

    Καταναλώνω κάτι στερεό ή ημι-στερεό (συνήθως τροφή) βάζοντάς το στο στόμα και καταπίνοντάς το. [..]

    Hemen jaten jarraituko du uretan janaria daukan artean.

    Θα συνεχίσει να θέλει να τρώει εδώ όσο υπάρχει φαϊϊ στη θάλασσα.

  • γευματίζω

    verb

    Τρώω ένα γεύμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εσθίω
    • χτυπάω
    • χτυπώ
    • καταπίνω
    • ταΐζω
    • τροφή
    • τροφοδοτώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " jan " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "jan"

Φράσεις παρόμοιες με "jan" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "jan" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη