Μετάφραση του "jesapen" σε Ελληνικά

Οι δάνειο, δανεισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "jesapen" σε Ελληνικά.

jesapen
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • δάνειο

    noun neuter
  • δανεισμός

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " jesapen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "jesapen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη