Μετάφραση του "kaki" σε Ελληνικά

Οι λωτός, διόσπυρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kaki" σε Ελληνικά.

kaki
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • λωτός

    noun masculine
  • διόσπυρος

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kaki " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "kaki"

Φράσεις παρόμοιες με "kaki" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kaki" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη