Μετάφραση του "karraskari" σε Ελληνικά
Οι τρωκτικό, τρωκτικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "karraskari" σε Ελληνικά.
karraskari
-
τρωκτικό
noun neuter" Karraskaria " esan dit!
Κι αυτή με είπε " τρωκτικό "!
-
τρωκτικά
noun proper neuterGuzti honek ondorio nagusi batera garamatza: ez garela karraskariak.
Αυτό μας οδηγεί ήδη σε ένα πολύ σημαντικό συμπέρασμα, δηλαδή ότι δεν είμαστε τρωκτικά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " karraskari " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη