Μετάφραση του "katedra" σε Ελληνικά

Οι καρέκλα, έδρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "katedra" σε Ελληνικά.

katedra
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • καρέκλα

    noun feminine

    Έπιπλο που αποτελείται από κάθισμα, πόδια, στήριγμα για την πλάτη, ενίοτε και για τα μπράτσα, πάνω στο οποίο μπορεί κάποιος να καθίσει.

  • έδρα

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " katedra " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "katedra"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "katedra" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη