Μετάφραση του "koito" σε Ελληνικά
Οι ερωτική σχέση, σαρκική σχέση, σεξουαλική επαφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "koito" σε Ελληνικά.
koito
-
ερωτική σχέση
noun feminine -
σαρκική σχέση
feminine -
σεξουαλική επαφή
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σεξουαλική πράξη
- συνουσία
- σχέση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " koito " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "koito" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βρώσιμο λίπος · εδώδιμο λίπος
-
θωπεύω · καλοπιάνω · κολακεύω
-
απολίπανση
-
εδώδιμο λίπος
-
Λίπος
-
έλαιο · λάδι · λίπος · λαδί
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη