Μετάφραση του "komiko" σε Ελληνικά

Το κωμικός είναι η μετάφραση του "komiko" σε Ελληνικά.

komiko
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • κωμικός

    noun masculine

    Bestalde, ezagutu ez zuen norbaitek bere laudorioa egiteak badu berak gozatuko zuen apaindura komikoaren tankera.

    Αν και ο παραλογισμός να της κάνει επικήδειο κάποιος που δεν την ήξερε έχει αυτήν ακριβώς την κωμική πινελιά που θα εκτιμούσε η Λέσλι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " komiko " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "komiko" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δημιουργός κόμικς
  • επιτροπή · επιτροπή πολιτών
  • Κόμικς · ένατη τέχνη · κόμικς
  • Δημοκρατία των Κόμι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "komiko" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη