Μετάφραση του "konbinaketa" σε Ελληνικά

Το συνδυασμός είναι η μετάφραση του "konbinaketa" σε Ελληνικά.

konbinaketa
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνδυασμός

    noun masculine

    Profesional bat da trebetasun, ziurtasun eta sinesmen konbinazioa daukan norbait.

    Επαγγελματίας είναι αυτός που έχει έναν συνδυασμό ικανότητας, αυτοπεποίηθησης και πίστης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " konbinaketa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "konbinaketa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "konbinaketa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη