Μετάφραση του "konfiskatu" σε Ελληνικά

Οι εκπίπτω, στερούμαι, χάνω δικαίωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "konfiskatu" σε Ελληνικά.

konfiskatu
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκπίπτω

    verb
  • στερούμαι

    verb
  • χάνω δικαίωμα

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " konfiskatu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "konfiskatu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "konfiskatu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη