Μετάφραση του "kortse" σε Ελληνικά

Το κορσές είναι η μετάφραση του "kortse" σε Ελληνικά.

kortse
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • κορσές

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kortse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "kortse"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kortse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη