Μετάφραση του "krema" σε Ελληνικά

Οι αλοιφή, κρέμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "krema" σε Ελληνικά.

krema
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλοιφή

    noun feminine
  • κρέμα

    noun

    Ezin dut egosi hauts kremarekin eta piperrarekin eta bihar afaltzera datorren jendeari eman.

    Δεν μπορώ να την ψήσω με κρέμα και σκόνη τσίλι και να τη σερβίρω στους ανθρώπους που θα έρθουν στο δείπνο μου αύριο βράδυ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " krema " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "krema"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "krema" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη