Μετάφραση του "lan" σε Ελληνικά

Οι εργασία, έργο, δουλειά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lan" σε Ελληνικά.

lan noun γραμματική
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργασία

    noun feminine

    Pertsona orok du , bereizkeriarik gabe , lan beragatik lans ari berbera jasotzeko eskubidea .

    ' Ολοι , χωρίς καμία διάκριση , έχουν το δικαίωμα ίσης αμοιβής για ίση εργασία .

  • έργο

    noun neuter

    ξεχωριστή διανοητική ή καλλιτεχνική δημιουργία

    Sheila, badakizu zein lan ona egiten duen elizak komunitatean.

    Σίλα, ξέρεις τι καλό έργο κάνει η εκκλησία στην κοινότητα.

  • δουλειά

    noun feminine

    Ezetz esaten badu, egunero ikusi beharko dut lantegian.

    Κι αν πει όχι, μετά πρέπει να έρχομαι στη δουλειά μ'αυτόν εδώ κάθε μέρα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Έργο
    • απασχόληση
    • κατασκευή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lan " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Lan
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργασία

    noun

    Lan garrantzitsu eta sekretu bat egin behar genuen.

    Κάνουμε πολύ σημαντική, μυστική εργασία.

Φράσεις παρόμοιες με "lan" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lan" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη