Μετάφραση του "lankidego" σε Ελληνικά

Οι συνεργασία, σύμπραξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lankidego" σε Ελληνικά.

lankidego
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνεργασία

    noun feminine

    Eta, are gehiago, ez du zer irabazi zuekiko lankidetzan.

    Και το σημαντικότερο, δεν κερδίζει τίποτα από τη συνεργασία της με την Αμερική.

  • σύμπραξη

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lankidego " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lankidego" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lankidego" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη