Μετάφραση του "lanpostu" σε Ελληνικά

Το εργασία είναι η μετάφραση του "lanpostu" σε Ελληνικά.

lanpostu
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργασία

    noun feminine

    Ahal den erantzunkizun txikieneko lanpostua bilatzen ari naiz.

    Ψάχνω για την εργασία με τις λιγότερες ευθύνες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lanpostu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lanpostu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • λάμπα · λαμπτήρας · λυχνία · φανός
  • λάμπα
  • γραφείο εύρεσης εργασίας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lanpostu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη