Μετάφραση του "lapurreta" σε Ελληνικά

Οι κλοπή, διάρρηξη, κλεμμένη περιουσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lapurreta" σε Ελληνικά.

lapurreta Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλοπή

    noun feminine

    Eta dilema agertzeko arrazoia ikaskuntza soziala ikusizko lapurreta izatea da.

    Ο λόγος που εμφανίστηκε αυτό το δίλημμα είναι πως η κοινωνική μάθηση είναι οπτική κλοπή.

  • διάρρηξη

    noun feminine

    Marc Hall, lehen graduko lau lapurreta egozten zaizkizu.

    Μαρκ Χολ, βρέθηκες ένοχος και για τις τέσσερις κατηγορίες για διάρρηξη κατοικιών πρώτου βαθμού.

  • κλεμμένη περιουσία

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κλεψιά
    • ληστεία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lapurreta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Lapurreta
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • ληστεία

    Lapurretako dirua soilik behar dut nire gorputz berrirako.

    Το μόνο που χρειάζομαι είναι χρήματα από τη ληστεία για το καινούριο σώμα μου.

Φράσεις παρόμοιες με "lapurreta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lapurreta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη