Μετάφραση του "lehen" σε Ελληνικά

Οι αριθμός, πλήθος, πρώτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lehen" σε Ελληνικά.

lehen Adjective Noun adjective adverb γραμματική
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • αριθμός

    noun masculine

    Lehenengo mendetik aurrera, kristau leialak aukeratzen aritu da Jainkoa, 144.000 lagunen kopurua osatu arte.

    (Αποκάλυψη 5:10) Από τις ημέρες των αποστόλων, ο Θεός επιλέγει πιστούς Χριστιανούς ώστε να συμπληρωθεί ο αριθμός των 144.000.

  • πλήθος

    noun neuter
  • πρώτος

    noun masculine

    Eta lehena zarenean, gainditzea ezezagunaren sentsazioa da desafiorik handienetakoa.

    ́ Οταν είσαι ο πρώτος, νικά το φόβο του άγνωστου αυτή η πρόκληση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παρελθόν
    • πρώτη
    • πρώτο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lehen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Lehen Proper noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Lehen" στο λεξικό Βασκικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Lehen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "lehen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lehen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη