Μετάφραση του "lehor" σε Ελληνικά

Οι στεγνός, ξηρός, ξερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lehor" σε Ελληνικά.

lehor
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • στεγνός

    adjective masculine

    Nirea minutu baten lehor dago. Antzerakoa da zuhaitzekin.

    Εγώ, ένα λεπτό και είμαι στεγνός. Το ίδιο συμβαίνει με τα δέντρα.

  • ξηρός

    adjective masculine

    Lehorrean zerbait jaten edo edaten badu, ez noski.

    Βεβαίως όχι αφού έχει φάει ή πιεί κάτι στην ξηρά.

  • ξερός

    adjective

    Zure eztarria lehor dago.

    Ο λαιμός σου είναι ξερός.

  • στεριά

    noun feminine

    Emakume bat egarriak itotzen toki lehor batean.

    Σκεφτόμουν μια γυναίκα που πνίγεται στην στεριά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lehor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lehor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lehor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη