Μετάφραση του "lepoko" σε Ελληνικά
Οι κολιέ, περιδέραιο, εσάρπα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lepoko" σε Ελληνικά.
lepoko
noun
γραμματική
-
κολιέ
noun neuterPerla-lepoko zabal bat duen emakumea beste neska horrekin zegoena.
Η όμορφη γυναίκα με το μαργαριταρένιο κολιέ που παρατήρησε μια άλλη κοπέλα.
-
περιδέραιο
noun neuterGainera, munduko lepoko garestiena hor nonbait dago, ezta?
Όμως το πιο πολύτιμο περιδέραιο στον κόσμο, βρίσκεται εκεί έξω.
-
εσάρπα
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κασκόλ
- κολάρο
- σάλι
- σάρπα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lepoko " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "lepoko"
Φράσεις παρόμοιες με "lepoko" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κολάρο
-
αποκεφαλισμός
-
σκληρό ψηλό κολάρο
-
Αυχένας · αυχένας · γιακάς · λαιμος · λαιμός · πλάτη · τράχηλος · ώμος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη