Μετάφραση του "lesio" σε Ελληνικά

Οι βλάβη, κάκωση, πληγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lesio" σε Ελληνικά.

lesio
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • βλάβη

    noun feminine
  • κάκωση

    noun
  • πληγή

    noun feminine
  • τραύμα

    noun neuter

    Ekarri zuten buruko lesio batekin.

    Ά-χα. Τον έφεραν μέσα με τραύμα στο κεφάλι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lesio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lesio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη