Μετάφραση του "limurtze" σε Ελληνικά

Οι πειθώ, πειστικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "limurtze" σε Ελληνικά.

limurtze
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • πειθώ

    noun

    Indarra erabiliz limurtuko duzu erregea?

    Πειθώ με τη βία;

  • πειστικότητα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " limurtze " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "limurtze" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γλιστράω · γλιστρώ · ολισθαίνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "limurtze" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη