Μετάφραση του "lotu" σε Ελληνικά

Οι δένω, συνδέω, απασχολώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lotu" σε Ελληνικά.

lotu verb
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • δένω

    verb
  • συνδέω

    verb

    Arrazoibide espaziala eta gure inguruko munduaren zati handi bat ulertzeko daukagun modua sakonki lotuta daude.

    Η χωρική συλλογιστική είναι βαθύτατα συνδεδεμένη με το πως κατανοούμε πολλά από τα πράγματα του κόσμου γύρω μας.

  • απασχολώ

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δένομαι
    • ενώνω
    • επιδένω
    • επισκευάζω
    • ικανοποιώ
    • κολλώ
    • κομποδένω
    • κουμπώνω
    • κρατώ σφικτά
    • μπαντάρω
    • περιδένω
    • περισφίγγω
    • πιάνομαι
    • πιάνω
    • προσδένω
    • σκαλώνω
    • σφίγγω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lotu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lotu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lotu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη