Μετάφραση του "lur" σε Ελληνικά

Οι γη, ξηρά, δάπεδο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lur" σε Ελληνικά.

lur Noun noun γραμματική
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • γη

    noun feminine

    Antzinako beste sineste batzuen arabera zerua ganga bat zen, eta lurra terrazatan zegoen.

    Σύμφωνα με τις δοξασίες άλλων αρχαίων πολιτισμών, ο ουρανός ήταν θολωτός και η γη αναβαθμωτή.

  • ξηρά

    noun adjective feminine

    Gure arbaso Paikea bezala, itsasoan galdu zenean... eta lurra ezin aurkiturik, segur aski hil nahi zuen.

    Όπως ο πρόγονός μας, Παϊκια, όταν χάθηκε στη θάλασσα... και δεν μπορούσε να βρει τη ξηρά και πιθανόν να ήθελε να πεθάνει.

  • δάπεδο

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κόσμος
    • πάτωμα
    • χώμα
    • έδαφος
    • κομμάτι γης
    • κράτος
    • κτήματα
    • οικόπεδο
    • στεριά
    • χώρα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "lur"

Φράσεις παρόμοιες με "lur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη