Μετάφραση του "makal" σε Ελληνικά

Οι λεύκα, ξύλο λεύκας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "makal" σε Ελληνικά.

makal
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • λεύκα

    noun feminine

    Astigarrak, zumarrak, pagoak, makalak

    Σφενδάμι, φτελιά, οξιά, λεύκα.

  • ξύλο λεύκας

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " makal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "makal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αδυναμία · ανημποριά · ατονία · εξάντληση
  • αδυναμία · ανημποριά · ατονία · εξάντληση
  • αδυνατίζω · αποδυναμώνομαι · εξαντλώ · εξασθενίζω · εξασθενώ
  • ξύλο λεύκας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "makal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη