Μετάφραση του "marketing" σε Ελληνικά

Οι αγοραστική, διάθεση στην αγορά, εμπορία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "marketing" σε Ελληνικά.

marketing
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγοραστική

  • διάθεση στην αγορά

  • εμπορία

    noun feminine
  • μάρκετινγκ

    noun neuter

    Marketing edo publizitate helburuekin

    Για μάρκετινγκ ή διαφημιστικούς σκοπούς

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " marketing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "marketing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη