Μετάφραση του "mendixka" σε Ελληνικά

Οι λόφος, ύψωμα, γήλοφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mendixka" σε Ελληνικά.

mendixka
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • λόφος

    noun masculine
  • ύψωμα

    noun neuter
  • γήλοφος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανάχωμα
    • πρόχωμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mendixka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "mendixka"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mendixka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη