Μετάφραση του "mirespen" σε Ελληνικά

Οι θαυμασμός, λατρεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mirespen" σε Ελληνικά.

mirespen
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • θαυμασμός

    noun masculine

    Miresmena poetentzat eta behientzat da, Bobby.

    Ο θαυμασμός είναι για τους ποιητές και τις αγελάδες, Μπόμπι.

  • λατρεία

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mirespen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mirespen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • θαυμαστής · λάτρης · οπαδός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mirespen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη