Μετάφραση του "monarkiko" σε Ελληνικά
Οι μοναρχικός, φιλοβασιλικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "monarkiko" σε Ελληνικά.
monarkiko
-
μοναρχικός
noun masculine -
φιλοβασιλικός
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " monarkiko " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "monarkiko" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μοντάνα
-
Διεθνές Νομισματικό Ταμείο
-
Μογγόλα · Μόγγολος · μογγολική · μογγολικό · μογγολικός
-
Ρωμαϊκό Βασίλειο
-
συνταγματική μοναρχία
-
Μουσώνας
-
απόθεμα · κεφάλαιο
-
μονάρχης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη