Μετάφραση του "mugatze" σε Ελληνικά

Οι οριοθέτηση, περιορισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mugatze" σε Ελληνικά.

mugatze
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • οριοθέτηση

    noun
  • περιορισμός

    noun masculine

    Jehobak gure mugak ulertzen ditu eta inoiz ez digu eman dezakeguna baino gehiago eskatzen.

    Ο Ιεχωβά κατανοεί τους περιορισμούς μας και ποτέ δεν ζητάει από εμάς περισσότερα από όσα μπορούμε να δώσουμε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mugatze " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mugatze" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mugatze" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη