Μετάφραση του "murrizketa" σε Ελληνικά
Οι ελάττωση, μείωση, πτώση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "murrizketa" σε Ελληνικά.
murrizketa
-
ελάττωση
noun feminine -
μείωση
noun feminineEdo zure soldata igotzea lankideei soldata murriztu behar zaiela esaten diezun bitartean.
Ούτε θα έδινες αύξηση στον εαυτό σου ενώ θα έκανες μείωση μισθού στους συναδέλφους σου.
-
πτώση
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " murrizketa " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "murrizketa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ελάττωση των ρύπων
-
ελάττωση · μείωση · περιορισμός · πτώση
-
περιορισμός στη χρήση
-
μείωση των λυμάτων
-
απόκομμα · ελάττωση · μείωση · ξακρίδι
-
διατάζω · μειώνω · περιορίζω
-
RFLP (restriction fragment length polymorphism).
-
περιορισμοί Web
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη