Μετάφραση του "nor" σε Ελληνικά

Το ποιος είναι η μετάφραση του "nor" σε Ελληνικά.

nor Pronoun pronoun γραμματική
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • ποιος

    pronoun masculine

    Egunero erabakitzen genuen nor biziko zen eta nor hil.

    Κάθε μέρα αποφασίζαμε ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "nor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • είμαι αμετάπειστος · είμαι ανυποχώρητος
  • εξαγριώνω · εξοργίζω · κάνω Τούρκο · κάνω έξω φρενών
  • χιονοδρομία αντοχής
  • ενσαρκώνω
  • νομικό πρόσωπο
  • σεξουαλική ταυτότητα
  • είμαι αμετάπειστος · είμαι ανυποχώρητος
  • ατομικότητα · προσωπικότητα · χαρακτηριστικό γνώρισμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη