Μετάφραση του "ofizial" σε Ελληνικά

Οι αξιωματικός, αστυνομικός, εξειδικευμένος εργάτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ofizial" σε Ελληνικά.

ofizial
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • αξιωματικός

    noun masculine

    μέλος μιας ένοπλης δύναμης ή ένστολης υπηρεσίας που κατέχει ανώτερη θέση

    Bigarren ekitaldian, ofizial gaiztoak berarekin eraman du neska gudalekura.

    Στην δεύτερη πράξη, ο νεαρός αξιωματικός... την παίρνει μαζί του, στις εκστρατείες.

  • αστυνομικός

    noun masculine
  • εξειδικευμένος εργάτης

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επίσημος
    • όργανο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ofizial " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ofizial" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ofizial" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη