Μετάφραση του "ogia" σε Ελληνικά

Το ψωμί είναι η μετάφραση του "ogia" σε Ελληνικά.

ogia
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψωμί

    noun neuter

    Κοινή τροφή που φτιάχνεται κυρίως με αλεύρι, νερό και μαγιά ζυμώνοντας και ψήνοντας το ζυμάρι.

    Ondoren, Jesusek otoitz egin, ogia zatitu eta gelditzen ziren apostoluei eman zien.

    Ο Ιησούς έκανε τότε μια προσευχή, έσπασε ένα ψωμί σε κομμάτια και το έδωσε στους υπόλοιπους αποστόλους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ogia " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ogia"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ogia" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη