Μετάφραση του "oinarrizko" σε Ελληνικά
Το βασικός είναι η μετάφραση του "oinarrizko" σε Ελληνικά.
oinarrizko
-
βασικός
adjective masculineBizitzaren oinarrizko legearen arabera gauzak badauzkazu gauza gehiago eskura dezakezu erraz
Ο βασικός νόμος της ζωής είναι ότι αν έχεις κάποια πράγματα μπορείς εύκολα να αποκτήσεις κι άλλα πράγματα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " oinarrizko " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "oinarrizko" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Θεμελιώδες θεώρημα του λογισμού
-
βασική νοητική διαδικασία
-
Βασικές δυνατότητες των Windows
-
Βάση αριθμητικού συστήματος
-
βασικό στυλ
-
έλεγχος ταυτότητας βασισμένος σε δηλώσεις
-
βάση · βασική αρχή
-
φορολογική βάση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη