Μετάφραση του "oinarrizko" σε Ελληνικά

Το βασικός είναι η μετάφραση του "oinarrizko" σε Ελληνικά.

oinarrizko
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • βασικός

    adjective masculine

    Bizitzaren oinarrizko legearen arabera gauzak badauzkazu gauza gehiago eskura dezakezu erraz

    Ο βασικός νόμος της ζωής είναι ότι αν έχεις κάποια πράγματα μπορείς εύκολα να αποκτήσεις κι άλλα πράγματα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " oinarrizko " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "oinarrizko" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "oinarrizko" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη