Μετάφραση του "oinetako" σε Ελληνικά

Οι παπούτσι, υπόδημα, είδη υπόδησης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oinetako" σε Ελληνικά.

oinetako Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • παπούτσι

    noun neuter

    Maitea, nik ez dut zure oinetakoetan ezer ikusten.

    Γλυκιά μου, δεν μπορώ να δω τίποτα στα παπούτσια σου.

  • υπόδημα

    noun neuter
  • είδη υπόδησης

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " oinetako " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "oinetako" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανυπόδετα · ξυπόλητα
  • oin
    βάση · μετρικός πους · πατούσα · πόδι · πόδι ζώου · τέλος · όροφος
  • πλατυποδία
  • δίδω · δίνω · δώνω
  • βάση · τέλος
  • επαναλαμβανόμενο υποσέλιδο · υποσέλιδο · υποσέλιδο σελίδας
  • κληρονόμος
  • βήμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "oinetako" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη