Μετάφραση του "olde" σε Ελληνικά

Οι ορμέμφυτο, παρόρμηση, θέληση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "olde" σε Ελληνικά.

olde noun
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • ορμέμφυτο

    noun neuter
  • παρόρμηση

    noun feminine
  • θέληση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " olde " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "olde" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη