Μετάφραση του "oparo" σε Ελληνικά

Το πλούσιος είναι η μετάφραση του "oparo" σε Ελληνικά.

oparo
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλούσιος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " oparo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "oparo"

Φράσεις παρόμοιες με "oparo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μάννα εξ ουρανού
  • επιθυμώ · εύχομαι · θέλω
  • αφθονία · ευημερία · ευπορία · πλησμονή · πλούτος · πολυτέλεια · χλιδή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "oparo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη