Μετάφραση του "ordaintze" σε Ελληνικά

Οι πληρωμή, αμοιβή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ordaintze" σε Ελληνικά.

ordaintze
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • πληρωμή

    noun feminine

    Gune baten hasierako ordainketa hauekin egiteko asmoa nuen.

    Ήμουν έτοιμος να κάνει μια κάτω πληρωμή σε ένα χώρο με αυτά.

  • αμοιβή

    noun feminine

    Nola ordainduko diogu? Ez digu ezer kobratuko kasua konpondu arte.

    Ο τύπος μας συμφώνησε να παραλάβει την αμοιβή του στη λήξη της υπόθεσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ordaintze " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ordaintze" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ordaintze" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη