Μετάφραση του "paper" σε Ελληνικά

Οι χαρτί, έγγραφο, ανακοίνωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "paper" σε Ελληνικά.

paper
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαρτί

    noun neuter

    Behin, oso gaztea nintzela paper zuri handi bat geneukan, errituetan erabiltzen direnetakoa.

    Όταν ήμουν πολύ νέα, είχαμε αυτό το μεγάλο λευκό χαρτί, αυτό που χρησιμοποιείτε στις τελετές.

  • έγγραφο

    noun neuter

    Hiriko paper guztiak ordenatu nahi dituzte.

    Απλά προσπαθούν να κρατήσουν όλα τα έγγραφα του δήμου τακτοποιημένα.

  • ανακοίνωση

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αξιόγραφο
    • εφημερίδα
    • τίτλος
    • Χαρτί
    • λειτούργημα
    • ρόλος
    • συμβόλαιο
    • χάρτης
    • χαρακτήρας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " paper " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "paper"

Φράσεις παρόμοιες με "paper" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "paper" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη