Μετάφραση του "pneumatiko" σε Ελληνικά
Οι λάστιχο, ελαστικό, επίσωτρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pneumatiko" σε Ελληνικά.
pneumatiko
-
λάστιχο
noun neuterBizarra mozten irakasten edo pneumatiko bat aldatzen.
Να τον μάθω να ξυρίζεται ή να αλλάζει λάστιχο.
-
ελαστικό
neuter -
επίσωτρο
neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pneumatiko " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "pneumatiko"
Φράσεις παρόμοιες με "pneumatiko" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κομπρεσέρ αέρος
-
φθαρμένο ελαστικό
-
ελαστικό αυτοκινήτου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη