Μετάφραση του "predikatu" σε Ελληνικά

Οι κατηγορούμενο, κατηγόρημα, κηρύσσω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "predikatu" σε Ελληνικά.

predikatu
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατηγορούμενο

    noun

    επίθετο ή ουσιαστικό, που αποδίδει χαρακτηριστικό στο υποκείμενο μέσω συνδετικού ρήματος

  • κατηγόρημα

    noun neuter
  • κηρύσσω

    verb

    Eta etxe barruko atxiloketak iraun zuen bi urteetan bisitan etorri zitzaizkion guztiei predikatu zien.

    Επίσης, στα δύο χρόνια που βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισμό, κήρυττε σε όλους όσους τον επισκέπτονταν.

  • κηρύττω

    verb

    Eta etxe barruko atxiloketak iraun zuen bi urteetan bisitan etorri zitzaizkion guztiei predikatu zien.

    Επίσης, στα δύο χρόνια που βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισμό, κήρυττε σε όλους όσους τον επισκέπτονταν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " predikatu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "predikatu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη