Μετάφραση του "promes" σε Ελληνικά

Οι δέσμευση, διαβεβαίωση, πίστη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "promes" σε Ελληνικά.

promes
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • δέσμευση

    noun
  • διαβεβαίωση

    noun
  • πίστη

    noun

    Hitz egin iezaiezu Jehoba eta bere promesetan duzun fedeaz.

    Να τους μιλάτε για την πίστη σας στον Ιεχωβά και στις υποσχέσεις του.

  • υπόσχεση

    noun

    Egin dezakegun promesik garrantzitsuena Jainkoari geure burua eskaintzea da.

    Η αφιέρωσή μας στον Θεό είναι η πιο σημαντική υπόσχεση που μπορούμε να δώσουμε

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " promes " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "promes" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διαβεβαιώνω · υπόσχομαι
  • διαβεβαιώνω · υπόσχομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "promes" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη