Μετάφραση του "sail" σε Ελληνικά

Οι αγρός, πεδίο, ύπαιθρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sail" σε Ελληνικά.

sail noun
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγρός

    noun masculine
  • πεδίο

    noun neuter
  • ύπαιθρος

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγέλη
    • εμβαδό
    • εμβαδόν
    • κλάδος
    • κομμάτι γης
    • κοπάδι
    • οικόπεδο
    • ποίμνιο
    • συλλογή
    • τμήμα
    • υποδιαίρεση
    • χωράφι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sail " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "sail"

Φράσεις παρόμοιες με "sail" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sail" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη