Μετάφραση του "salmo" σε Ελληνικά

Το ψαλμός είναι η μετάφραση του "salmo" σε Ελληνικά.

salmo
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψαλμός

    noun masculine

    Adibidez, Jehobaren adoratzaile askok ozen abesten zituzten salmoetan erabili zuten.

    Λόγου χάρη, το συμπεριέλαβαν σε πολλούς ψαλμούς τους οποίους τα πλήθη των λάτρεων έψελναν δυνατά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " salmo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "salmo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη