Μετάφραση του "samin" σε Ελληνικά

Οι θλίψη, λύπη, λύπηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "samin" σε Ελληνικά.

samin
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • θλίψη

    noun feminine
  • λύπη

    noun feminine
  • λύπηση

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • οδύνη
    • συντριβή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " samin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "samin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • συντριβή
  • θλίβω · λυπάμαι · λυπώ · πικραίνομαι · στεναχωριέμαι · στεναχωρώ · στενοχωρώ
  • θλίψη · λύπη · λύπηση · οδύνη · πόνος
  • αλγεινός · επώδυνος · θλιβερός · λυπητερός · οδυνηρός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "samin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη