Μετάφραση του "tindagai" σε Ελληνικά

Οι βαφή, βαφική ύλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tindagai" σε Ελληνικά.

tindagai Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαφή

    noun feminine
  • βαφική ύλη

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tindagai " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tindagai" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη