Μετάφραση του "titulu" σε Ελληνικά
Οι τίτλος, ακαδημαϊκός τίτλος, δίπλωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "titulu" σε Ελληνικά.
titulu
Noun
γραμματική
-
τίτλος
noun masculineBeraz, une hau hartuko dugu galdu ditugun tituluak ondratzeko.
Αφιερώνουμε αυτόν τον χρόνο για να τιμήσουμε τους τίτλους που χάσαμε.
-
ακαδημαϊκός τίτλος
noun -
δίπλωμα
noun neuterPentsalari originalek ez dute titulurik behar, Miller ikaslea.
Οι αληθινοί διανοητές δεν χρειάζονται διπλώματα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- επικεφαλίδα
- πτυχίο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " titulu " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "titulu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τίτλος τιμής
-
εχέγγυο
-
Τιτουλάριος επίσκοπος
-
γραμμή τίτλου
-
κληρονομικός τίτλος
-
Βασικός τίτλος
-
τίτλος ευγενείας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη