Μετάφραση του "toki" σε Ελληνικά

Οι μέρος, θέση, τοποθεσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "toki" σε Ελληνικά.

toki noun γραμματική
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • μέρος

    noun neuter

    Orokortuz, toki itsusi bat, bertutearen usain garratza duena.

    Γενικά μιλώντας, ένα μακάβριο μέρος, που βρώμαγε από την δυσάρεστη οσμή της αγνότητας.

  • θέση

    noun feminine

    Hil nazazu eta beste bi gizon nire tokian jarriko dira.

    Σκοτώστε με, και άλλοι δυο θα πάρουν τη θέση μου.

  • τοποθεσία

    noun feminine

    Scientific American aldizkariak «tokirik bikainenean bizi garela» dio.1

    «Ζούμε σε εξαιρετική τοποθεσία», λέει το περιοδικό Σαϊεντίφικ Αμέρικαν (Scientific American).1

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τόπος
    • χώρος
    • περιοχή
    • σημείο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " toki " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "toki"

Φράσεις παρόμοιες με "toki" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "toki" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη